Μαρτιάτικος διάλογος (του Χάρη Αγγελογιάννη)

«Καλό μήνα να ’χουμε. Πρώτη του Μάρτη σήμερα! Αρχίζει η Άνοιξη.»

«Μπορείς να το πεις κι έτσι. Να ξέρεις όμως, η εαρινή ισημερία ξεκινάει στις 21. Μη ξεχάσεις να περάσεις το βραχιολάκι με την ασπροκόκκινη κλωστίτσα στο χέρι σου. Για να μη σε κάψει ο ήλιος. Μη σε πιάνει και το ‘μάτι’».

«’Ομορφο σαν παράδοση. Και τι άλλο λένε γι’ αυτόν το μήνα;»

«Πως κάποτε λέει οι μήνες αποφάσισαν να παντρευτούν. Ο Μάρτης έβαλε προξενήτρες να του βρούνε γυναίκα. Εκείνες του φέρανε μια κοπέλα που ήταν τυλιγμένη με ένα μαντήλι και του είπαν πως είναι πολύ όμορφη. Ευκολόπιστος όπως ήταν, την παντρεύτηκε. Όταν όμως έμειναν μόνοι και έβγαλε το μαντίλι της, τι να δει; Δεν υπήρχε πιο άσχημη στον κόσμο! Από τότε κάθε φορά που τη θυμόταν άστραφτε, βροντούσε, έβρεχε, έριχνε μπόρες, έκανε παγωνιές. Μόνο όταν ξεχνιόταν μερικές φορές, ηρεμούσε, γαλήνευε κι έκανε καλό καιρό!  Υπάρχει όμως κι άλλη παράδοση. Αυτή θέλει τον Μάρτη να έχει δύο γυναίκες, τη μια πολύ όμορφη και φτωχή και την άλλη πολύ άσχημη και πλούσια. Ο Μάρτης κοιμάται στη μέση και όταν γυρίζει κατά την άσχημη, κατσουφιάζει και ο καιρός χαλάει, όταν όμως γυρίζει κατά την όμορφη, χαίρεται και γελάει, και ο καιρός είναι καλός, ζεστός με ήλιο.»

«Δίγαμος δηλαδή ο κύριος Μάρτης. Σα δεν ντρέπεται λιγάκι!»

«Τι να σου κάνω; Έτσι το θέλει η παράδοση. Αλλά εσύ δες το από την ελαφριά του πλευρά. Πάντως είναι παράξενος ο κύριος Μάρτης, μια θυμώνει μια γελάει. Και που ν’ ακούσεις και τι ποίημα του έβγαλαν για τις παραξενιές του!

Στην κόψη του αμύγδαλου, απόγεμα Σαββάτου,
μια δαχτυλήθρα ευκάλυπτο και δυο βελόνες φως,
έραβε και ξανάραβε ο Μάρτης τον ταφτά του,
τη μια του ’ρχότανε στενός, την άλλη φαρδουλός.
Στην τελευταία πρόβα του, φώναξε τη Σελήνη. –
Πάτα μου σιόρα, ένα γαζί. Να σε χαρεί ο Θεός!
Τη φόδρα ξέχασες, μωρέ! Γι’ αυτό και δε σου κλείνει!

Στάσου να φέρω δύο κουμπιά κι ένα καρούλι φλος.
Μα, ώσπου να στρώσει το ύφασμα, έπεσε ιός στην πόλη.
Φοβήθηκαν οι άνθρωποι, κατέβασαν ρολά…»

«Κι έτσι έμεινε άραφτος ο Μάρτης. Κι από τότε όλο γκρίνια είναι.»

«Ναι, αλλά για δες και τα ωραία του. Τον ύμνησαν οι ποιητές, τον έκαναν τραγούδι:

Ο Μάρτης χείλη έσκασε, στον ήλιο να γελάσει
είπε θ’ αργήσει, μα θα ‘ρθεί ο κόσμος να χαλάσει
θα βάλει τ’ Ανοιξιάτικα να ομορφύνει η πλάση,
στα μπλε και στα κατάλευκα θα βγει να παρελάσει.»

«Ο Παντελής θαλασσινός το τραγούδησε. Θα σου πω κι άλλο όμως, της Δήμητρας Γαλάνη:

Μια Κυριακή του Μάρτη και μια Σαρακοστή
κρεμάσαμε στο χάρτη μια κόκκινη κλωστή
και δίπλα στο τιμόνι όταν γυρίσαμε
το πρώτο χελιδόνι καλωσορίσαμε.»

«Όμορφο, το θυμάμαι! Θα σου πω κι εγώ ένα γνωστό. Της Άλκηστης Πρωτοψάλτη:

Κι εσύ ‘σαι πολιτεία που σε ψάχνω μέσ’ το χάρτη
κι εγώ είμαι φυλλαράκι μέσ’ στις παγωνιές του Μάρτη

«Μην ξεχνάμε και τα κρύα, ε! Έλα, πήγαινε να φτιάξεις το βραχιολάκι σου. Θα σου χρειαστεί. Άντε και καλό μήνα!»

Υ.Γ. Το κομμάτι του ποιήματος είναι της Ιωάννας Νικολακάκη.

Χάρης Αγγελογιάννης

Κάντε το πρώτο σχόλιο

Υποβολή απάντησης

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται.


*