Ποιήματα του Γιώργου Πέτρου

Οργή

Μ’ απλοχεριά μας πότισες το Μανδραγόρα,
Και ζήσαμε μαστούρηδες κοντά διακόσα χρόνια,
και μες’ τις παραισθήσεις μας πιστέψαμε, πως είμαστε
παιδιά Θεών, ηρώων και σοφών αγγόνια.

Πιστέψαμε πως δώσαμε τα φώτα στους λαούς,
κι όπου στη γη κι αν πάμε,
είναι να τους τα παίρνουμε,
και για να τους πηδάμε.

Πιστέψαμε σε σένανε Ελλάς.
Γενιές ολόκληρες σε λάτρεψαν καλή μας,
κι όταν σε χρόνια δίσεχτα στερφέψαν τα βυζά σου,
με λίγο χώμα φυλακτό απ’ την αυλή μας,

με σάπια τα στιβάλια μας και τρύπια τα σκουτιά μας
με πόνο και με δάκρυα μισέψαμε στα ξένα.
Δουλέψαμε, πονέσαμε, δακρύσαμε,
μα βρίσκαμε παρηγοριά, στις σκέψεις μας για εσένα.

Κι όταν μας έλειωνε η σύφιλης, η φθίση, κι η μαλάρια,
χαμογελούσαμε, και στέλναμε αβέρτα τα δολάρια.
Κι είχαμε μια απαντοχή και μια λαχτάρα,
αντί για ψωροκώσταινα να βρούμε Ελλαδάρα.

Γυρίσαμε μα τι ντροπή, τι αίσχος τι κατάρα,
σε βρήκαμε ξεβράκωτη, ξεδιάντροπη,
ακόμα ψωροκώσταινα,
και πάλι διακονιάρα..

Ποτίσαμε τη μήτρα σου με ιδρώ και αίμα,
Μα σάπια η φύτρα σου γριά τσατσά,
Αντί για Ανταίους, λερούς και κακομοίρηδες,
Γεννοβολάς πυγμαίους.

Μας μίσθωσες σε αλλότριους στρατούς,
και χύσαμε το αίμα μας για σένα,
μα πήρες τα μισθώματα,
κι Αρμάνι τα’κάνες και Πράδα και Καρτιέ,
και στόλισες μ’ αυτά τους Ζιγκολό σου,
Πατρίδα μου ξετσίπωτη, πουτάνας γέννα.

Κι εμένα που λογάριαζα στα γηρατειά,
ανέμελα να λιάζω τ’ αχμνά μου,
να ρίχνω και μια πετονιά να πιάνω κάνα σπάρο,
μου πήρες και τον οβολό πού είχα για το Χάρο,
μεταξωτά τον έκανες για χάρη τ’ απαυτού σου,
πατρίδα κάλπικη, μαϊμού, σκληρή Πατρίδα… ΦΤΟΥ ΣΟΥ

Απ’ όσα άκουσα
«Στον καφενέ»
Χρισσαΐτικοι τύποι του 1930

Στον πλάτανο, στον καφενέ χρονιά-χρονιά
όλο και λιγοστεύουνε οι γέροι.
Πάει ο Σπαθούλας με τον γέρο-Ρετσινιά.
Κι ο Λώλος με τον Φλόκο απ’ το χέρι.
Ήταν ο Γιάγκος κι ο Αλίας μια φορά.
Μες στο χωριό αχώριστο ζευγάρι.
Στιχάκια ο Γιάγκος σκάρωνε στην αγορά
Για του θεού Διόνυσου τη χάρη.
Του γέρου Λια η βροντερή φωνή.
Στο λόγγο, του Φαρίνα αντηχούσε.
Ξυπόλυτος την πετρά στο Σβαρνί.
Ξερολιθιές να φτιάξει πελεκούσε.
Ο γέρος Σόλτος, φαρμακόγλωσσα καλή
το πόδι δεν πατά στους καφενέδες.
Και τα κουσούρια ολονών διαλαλεί.
Και τους περνάει κάθε τόσο ντισκερέδες.
Με τον Μαντρέκα, η Μαρία η Μπαρντού.
Στα χωρατά, στ’ αστεία ταιριασμένοι.
Αποκριές, ζευγάρι αχώριστο παντού
και τις χρονιάρες μέρες πιο δεμένοι.
Μας παρασταίνανε κι οι δυο τα παγανά.
Στον μπουχαρέ του γέρο-Καραμπάση.
Κι οι καλλικάντζαροι γυρεύανε ξανά
την πείνα τους η στάχτη να χορτάσει.
Με το μουστάκι μπρος στην πρέφα καθιστός
ο γέρο ο Φαλλίδος αρχινάει.
Πότε καφέ και πότε ούζο γελαστός.
Μ’ απλοχεριά όλους να τους κερνάει.
Σα να τον βλέπω τον Τσαμάκα, τον βαρύ.
Σκυφτός, το κομπολόι του να παίζει.
Και νάχει αρχίσει η παρέα την ξερή.
Γύρω στο στρογγυλό, παλιό τραπέζι.
Λέει πειράγματα μαζί και χωρατά.