Ποιήματα της Ρούλας Λιάσκου

Αη Γιώργης

Μούπαν τα πλατανόφυλλα
καημούς στον Αη Γιώργη,
τραγούδια στη δροσοπηγή
με τον κισσό γιορντάνι.
Κι’ ο τζίτζικας ξεφάντωνε
στη λεύκα μεθυσμένος.
Σπηλιές στον κοκκινόβραχο
κι’ απόξω ανεράϊδες.
Γύρω τα κυπροκούδουνα
χορό μούχανε στήσει.
Και στο κρουστάλλινο νερό
μικρές γοργόνες παίζαν.
Στου ραδικιού το μάγουλο
μια μέλισσα καθόταν.
Τ’ αγριοπούλια σκιάχτηκαν
στο βήμα μου πετάξαν.
Κι’ η μυγδαλιά αναστέναξε
δίχως τη συντροφιά τους.
«Πουρνάρια, τι μου κρύβετε;
Ελιές τι θα μου πείτε;
Εγώ νερό της λησμονιάς
θα πιω να σας ξεχνάσω.
Νερό θα πιω ν’ αναστηθώ
να σας γλυκοθυμάμαι».

Μύρο καρδιάς

Ανηφορίζω για τον Πλάτανο,
στην κορφή του χωριού.
Ακουμπώ τη ματιά
στο καλογερικό λιοτρίβι.
Αρμακάς* που σώριασε
η πίκρα των καιρών.
Θέλω να προλάβω
τον ίσκιο της συκιάς.
Θέλω ν’ αναμώσω
τον γέρο Πλάτανο,
που ερωτεύονται οι νεράϊδες.
Νιώθω το φιλί της μέλισσας,
στο σκληρό ανηφόρι.
Νιώθω της χρυσόμυγας το πέταμα
στην άυλη του θυμαριού.
Χαιρετίζω τις θημωνιές
στο κόκκινο χωράφι.
Περπατώ στ’ αχνάρια
των προβάτων που ορφάνεψαν.
Βιάζομαι να φτάσω,
να δροσίσω το μέτωπο
με το κρουστάλλινο νερό.
Μύρο της καρδιάς
αποσταγμένο!

*αρμακάς = γκρεμισμένος πέτρινος τοίχος

Το παραμύθι της Κρίσσας

Χαράζει η μέρα σα φωτιά, κι έχει η ψυχή μου δρόσο
του πετεινού το λάλημα, εωθινό τραγούδι.
Και το γλυκό το βέλασμα, της προσευχής στιχάρι.
Των μυρμηγκιών τη συνοδεία στη στράτα μου
ανταμώνω.
Και το νερό στις ξώπορτες, ζέστη μου «καλημέρα».
Καλοκαιριού χαμόγελο, γαλάζια η ματιά μας.
Χαμομηλιού μοσχοβολιά, της παπαρούνας γέλιο.
Παραμυθένιο πρωϊνό το ξύπνημα της Κρίσσας.
Τα πολυτρίχια πλέκουνε στεφάνι στα μαλλιά της.
Μια μέρα ακόμα ανάσταση, στο βλογημένο λόγγο.
Κι’ ως τους Δελφούς φτάν’ η ματιά,
τη λάμψη τους ν’ αδράξει.
Στη δύση ο ήλιος χάνεται, στην Γκιώνα πάει να γείρει.
Κλαίνε στενάζουν οι κορφές αναψοκοκκινίζουν,
του μισεμού ατέλειωτος, είν’ ο καημός κι ο πόνος.
Κι όταν σημάνει εσπερινός, με μιας όλα σιγανέ.
Κι είναι τα βράδια μάγεμα, καλοκαιριού μεθύσι.
Και τη νυχτιά τη λάβωσε, του φεγγαριού η αγάπη.

Άρωμα ελιάς

Ήτανε χρώμα, άρωμα ελιάς,
κρουστάλλινο νερό πηγής.
Ήτανε λειτουργία.
Οι καμινάδες όνειρα ταξιδεύανε
στου Παρνασσού τις ράχες.
Και τα δρομάκια ζωγραφιά.
Και το περιβόλι κέντημα.
Και το παλιό το σπίτι χόβολη.
Και το ψωμί αντίδωρο ευλογημένο.
Νωπή αρμύρα της ελιάς
στην πέτρα διάχυτη,
Και της αυλής το βότσαλο,
λιβάνι.
Ορθή στο παραγκώνι η γιαγιά.
Κι’ απ’ το περβόλι έφταν’ ο παππούς
με συντροφιά τις γάτες.
Ήταν το δείπνο τους λιτό.
Χάδι η θαλπωρή, φιλί
γλυκό το μαγκαλάκι.
Κλαίω για τ’ άρωμα, που χάθηκε,
το χρώμα, που ξεθώριασε,
για την εικόνα, πούσβησε.
Για την μπαλλάντα κλαίω,
που δε λέει… να σταματήσει.